Το διήγημα αυτό αποτελεί ένα από τα δεκατέσσερα κεφάλαια της Νουβέλλας μου ΟΙ ΠΑΤΑΤΟΦΑΕΣ και βρίσκεται στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη της Λευκωσίας.Η δράση και η όλη εξέλιξη της ιστορίας αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας και δημουργήματα της φαντασίας του συγγραφέα και καμμία σχέση ή ομοιότητα έχει με πραγματικά πρόσωπα ή / και γεγονότα.>.
ΤΟ ΜΕΡΩΜΑΝ ΤΟΥ ΠΕΛΛΟΗΛΙΑ
Ηταν η τρίτη εφτομάα του Απρίλλη. Οι βροσιές αναρκώσαν. Οί μέρες αννοίξαν τζι’ή πειρά του νήλιου αρκίνησεν να κάφκει. Εμυρολοήσαμεν Την Ταφήν τζι’εγιορτάσαμεν την Ανάστασην του Τζιυρίου με την τακτιτζιήν μας εβλάβιαν, τσάκρες, μάσκουλα, λαμπρατζιές, κότσιηνα αφκά, βλαούνες τζιαί τες σούσες μας που κρεμμάσαμεν πάσ’τους κλόνους των δεντρών. Τωρά έν’είσιεν τίποτε άλλον να καρτερούμεν εκτός που τ’ανώφελα κουνούπια που’ρκούνταν να μας φάσειν δείχα αλλαή κάχε γρόνον, τζιαί τους φόους της γρίππης που πάντα ερκούνταν τ’απισών τους. Μ’άξιππα έναν τζιουνούρκον τζιαί τέλεια ακαρτέριτον νέον εκρέπαρεν μέσ’την γειτονιάν τζι’έφκαλεν που μέσα μας που τζιείν’το φοητσιάρικον καρτέριν—ο Πελλοηλίας αρκίνησεν ν’αλλάσσει. Το κόλλημαν του παρατσουκλιού Πελλοηλίας πάνω του ήταν, το λλιόττερον, ένας ασσυχώριτος πολλαπλασιασμός. Ο άδρωπος έν’ηταν πελλός, άμμαν η τακτιτζιή εξήηση τζιείν’της λέξις εβάλλετουν στον νούν. Εν’ήταν ούτε τζιαί μισόπελλος, γιατί για εξέμιση που τες εφτά μέρες της κάχε εφτομάας ο Ηλίας έν’ήταν τζιαί τσα πολλά θκιαφορετικός που τους άλλους ούλλους αδρώπους της γειτονιάς, άλλον που τ’ανάστυμαν του—ήταν το λλιόττερον τέσσερα δακτύλια μακρύττερος που τον δέφτερον ψηλώττερον άδρωπον μέσ’την γειτονιάν που τύχαννεν νά’ν’ο τζιύρης μου. Μα άμμαν έρκετουν το Σάββατο το δείλις, ο άδρωπος εγενείσκετουν αγνώριστος—άμμαν εκόντεφκεν το δείμμαν του ο νήλιος του εστραωχόρεφκεν έσσω του που τους καφενέες στουππίν, έβαλλεν την γεναίκαν του Πεππούν του βούρου γυρόν-γυρόν της αβλής τους με μιαν βέρκαν τζι’ύστερα εκαλλίτζιεφκεν τον γάαρον του τζι’εγύριζεν την γειτονιά για να ξητημάσει τζιαί να θκιαολίσει όσους εσταβρώννα την στράταν του, πριν να στραφεί πίσω έσσω του πάλε τζιαί να το ρίξει στο τζιοιμήσην. Τζιαί τούτον εγενείσκετουν δείχα αλλαήν κάχε Σάββατον το δείλις για ούλλα τα γρόνια π’αθθυμούμουν. Ετσι κάτω πό’ναν περίτου δίτζιον λοαρκασμόν το παρατσούκλι που του ταίρκαζεν (θκιώννετουν) έπρεπεν νά΄ναι ο Δεκατεταρτοπελλοηλίας, τζιαί κόμα περίτου δίτζιαια, ο Νακκουρίν-πελλοηλίας. Μα τζιείνος πού’φκειν πρώτος με το παρατσούκλι έν’χε να τσάκκιζεν τζιαί τσα πολλά την κελλέν του πασ’ε’τέκκοιους λοαρκασμούς. Αντάσωρα’τζιεί, (ήνταλως τζιαί νά’ταν) τζιείν’τα δείλια του κάχε Σαββάτου ήταν ώρες φόου τζιαί τρόμου για την γειτονιάν. Αμμαν εκόντεφκεν το δείμμαν του νήλιου εμείς τα κοππελλούκκια εχαννούμαστειν πού τες στράτες τζι’οί γεναίτζιες ετραβούσαν τες πόρτες τζιαί τα παναχυρόφυλλα τζι’εβαωννούνταν έσσω. Πιλε ο θκειός μου ο Παναής επαραίταν τα κοψείματα τζιαί τα σιεπαρνείσματα του μέσ’την αβλήν του τζι’επάαιννεν να κουρρώσει έσσω. Μα μιάν τζι’έρεσσεν οι πόρτες εξαναννοίαν, τα παναχυρόφυλλα εκουνκιούνταν πίσω τζι’ούλλοι μας μέσ’την γειτονιάν εππέφταμεν πίσω μέσ’την καχημερινήν μας ζωήν τόσον γλήορα ήταν σάμ’που να μέν’εγένειν τίποτε. Τζι’ούτε πιλέ αναφέρνετουν, εκτώς μετ’όνομαν της Πεππούς, που για τες γεναίτζιες μέσ’την αβλήν μας ήταν η περίτου άτυχη τζιαί βασανισμένη γεναίκα της γειτονιάς τζι’εππέφταν η μιά πάσ’την άλλην ποιά εν’νά της δείξει την περίτου λύπην (συμπάθειαν), σάν’που τζιείνη η πελλάρα του Πελλοηλία ήταν έναν τόσον μιτσίν τζιαί καχημερινόν πράμαν έν’τ’αξιζεν πιλέ ούτε η αναφορά. Μα τωρά, γιά τρεία Σάββατα στην σειράν αντίς να μεχύση τζιαί να καλλιτζιέψη τον γάαρον του για να γυρίση την γειτονιά για να ξητημάσει τζιαί να θκιαολίσει όσους σταβρώνναν την στράταν του, ο Πελλοηλίας εξώκιαζεν τα κουλλουρωμένος μέσ’τον στάβλον του σάν’που νά’πασκεν π’αγιάτρεφτες τζιενκές. Ηταν τζιείνον που σουξούλισεν την γειτονιάν τζι’έωκεν αξίαν του Πελλοηλία. Τζι’εγιώ αίτρεμα τον, τζι’εν’νά’ταν λοϊκόν αν’τζι’εγιώ εσιαίρουμουν τωρά π’αρκίνησεν να’λλάσσει. Μα έν’ετσι πού’νοιωχα. Μόνον αιστάνουμουν μιάν οφτζιερκάν μέσ’την ψυσιήν μου—γιατί άντζιαι, σαν άδρωπος, ο Πελλοηλίας έκαμνεν με να τρέμω, για μέναν ήταν τζιόλας ένας άδρωπος που έν’να’αναγνώριζεν φόον, ένας άδρωπος που άμμαν ήταν μεχυσμένος κανένας, ούτε πιλέ ο Ηρωας Πολέμου, έν’ετόρμαν να τον καρτζιυνήσει, ο μιαλλίττερος μου ήρωας, ένας άδρωπος πού’χελα τζι’εγιώ να γενώ σαν τζιείνον άμμαν εμιαλίνησκα. Μα έν’απερπιστηκα γιατί εν’επίστεφκα καχόλου πως τζιείνη η αλλαή ήταν να του μείνει. Επίστεφκα πως εν’χε’νά’ρκαν να του περάσει, πως το άλλαμαν του πρέπει νά’σιει λοϊτζιήν εξηήσην τζι’ήντα πού’χα να κάμω ήταν να την ανακουτρέψω. Ετσι αρκίνησα να ρωτώ. Μά κανένας έν’εφαίνετουν να ξερει, η έν’εχελαν να μου πούν, έν’είμουν σίουρος ποιόν ήταν το σωστόν. Ετσι εκαλόκατσα πάσ’την μονασιητζιήν εξήησην πού’μπορα να φκάλω, πως τζιαί τζιείνος εν’νά’φοάτουν το ερκόμενον πλάτζιασμαν των ανώφελων κουνουπιών τζιαί μιαν τζι’έρεσσεν εν’να’ξαναγενείσκετουν ο ίθκιος φοερός μ’αφάνταστος άδρωπος πού’ταν πάντα. Μα αμμαν του το είπα, ο Αντώνης εχαχάνισεν μου μέσ’τα μούτρα,--το μυάλον κουνούπη έν’η σιηράτη Γούλλα, η τζιουνούρκα γειτόνησσα μας. Εκλεψεν την καρκιάν του τζι’ο πατσιόγερος εν’τόσον ερωτεμένος έν’ει’ξερει αν’πααίννει ή έρκεται. Επελλάριζεν ο Αντώνης πάλε, είμουν σίουρος. Πρώτα πού’λλα, είπεν την Γούλλαν γειτόνισσαν μας, άμμαν έπρεπεν να το ξέρει πολλά καλά πως έν’ηταν τίποτε που τζιείνον γιατί έν’ειρτεν να κάτσει με το μωρόν της Ελενάκι μέσ’την γειτονιάν μα μέσ’το όφτζιερόν σπίτιν στην άλλην μερκάν τ’Αη-Γιορκού που, αν συντηχάννεται σωστά, έππεφτεν π’όξω που τους αναόλους της γειτονιάς μας. Τζι’όϊ μονον τζιείνον. Είπεν την Γούλλα σιηράτην, πού’ταν αλλη’μιά πελλάρα γιατί που’τζιείνα π’άκουσα τζι’έμαχα ο άντρας της έν’ηταν πεχαμμένος τζιαί χαμμένος μέσ’το νεκροταφείον, σαν τζιείνον της σιηράτης Ελένης, μα έφυεν τζι’αφηκεν την που έν’την έκαμνεν σιηράτην μα χωρισμένην γεναίκαν, όϊ πως τ’όνομαν που της έωκεν έκοφτεν με τζιαί τσά πολλά κοντά στην άλλην τζιαί μιαλλίττερη πελλάρα που μού’πεν, πως α Πελλοηλίας, ένας αρκάδρωπος, εν’νά’φηννεν μιάν γεναίκαν να του κλέψει την καρκιάν του. Τζιείνον αποκλείετουν να το δεχτώ. Μα γιά’ναν η άλλον λόον, εν’νά’ταν τζιείνα π’άκουσα που τον Αντώνην που την’ε’κουρτίσαν μέσ’τον νούν μου γιατί ήταν που τζιαμέ τζιαί να πάει π’αρκίνησα να γυρέφκω να μάχω όσα περίτου έμπορα για την Γούλλαν, μπορεί για να’ώ αν’τζιείνα π’ακουσα που τον Αντώνην είχαν καμμιάν αλήκειαν μέσα. --Δεν ξέρω τίποτα γι’αυτήν, ήταν η απάντηση της μάνας μου.—Δεν την έχω συναντήση ακόμα. --Ηντα’που σού’δοξεν πάλε; ο Γιάννης ενεβρίασεν μου. --Για την σιυράτην. --Εν’εί’ξέρω τίποτε... Χάννου που δαμέ τζι’άησμαι ύσυχον. Τζι’αρώτησα τζι’άλλους, τζιαί τον Αντώνην, μα δείχα να μάχω τίποτε τζουνούρκον. Εν’να’ταν για τζιείνον πού’πα που’μέσα μου ότι εν’νά’ταν καλλύτερα αν’εξείαννα την Γούλλαν. Εκτώς που τζιείνον, ήταν τζι’η εποχή πού’χα άλλα τζιαί μιαλλίττερα τράβαλλα μέσ’στον νούν μου—με την κάχε μέραν πού’ρεσσεν το πλάτζιασμαν των κουνουπιών εσιηρωττέρφκεν τζι’εγιώ, σαν τ’άλλα ούλλα κοπελλούκκια, εξώκκιαζα τον περίτου μου τζιαιρόν ν’ανάφκω κοτσιροφωκιές για νά’βρω νάκκον παρηορκάν που τες δακκαμακκιές τους. Τζι’ήταν τζι’οι τζιαιροί που νϊωννούνταν πολλά που τα τρυφερά τζιαί ζουμερά αρκόχορτα, σοβαρή επόχεση φαγιού για μας τα κοπαιλλούκκια τζιαί καλή αλλαξιάν που το ψουμίν τζιαί πατάτες που τρώαμεν κάχε’μέραν, τζι’έπρεπεν να τσιαϊρέφκουμεν μέσ’τα χωράφκια για να τά’βρουμεν τζιαί να τα φάμεν. Τζι’ήταν τζιαί τζιείνον πού’καμνεν η Γούλλα. Η, άν’σωστά λαλείται, τζιείνον που έν’το’καμνεν. Αντζιαι εν’νά ρέξαν περίτου που τέσσερεις εφτομάες που την ημέραν πού’ρτεν, έν’την’εία νεκατωμένην με τες άλλες γεναίτζιες μέσ’την αβλήν μας. Τζι’έναν κόμα περίτου καχαρόν σημάην, μεσ’τζιείν’τον ούλλον τον τζιαιρόν έν’την’εία ούτε μιάν φοράν. Ετσι, μπορεί νά’ν’τζιείνον που την έκαμεν νά’ν ‘έξω που το δείν έξω που τον νουν’ για λλόου μου. Μα μιάν ημέραν εσσιάστηκα κάτι που μου τά κουάλησεν ούλλα πίσω--έναν δείλης, άμμαν επάαιννα γυρόν τών κοπριών της γειτονιάς γιά νά’θκιαλέξω τους κοτσιρογάουρους που’ρκάζουμουν να κρούσω πάσ’την καπνοφωκκιάν μου, εία τον Πελλοηλίαν τζιαί τον Μηνάν να τσακκώννουνται σαν τους αρκόκαττους μέσ’την αβλήν τ’Αη Γιωρκού τζιαί την Γούλλα να τους αμπλέπει που μέσ’ε’μιάν στενήν χαραμακκιάν πάσ’τα πορτούκκια του παναχυρκού της. Ούτε μέσ’τα αρκόττερα μου ορώματα εν’νά φαντάζουμουν να’ώ ήνταν που τ’αμμάκκια μου εμαρτυρούσαν. Τζι’οι κκυό τους ήταν τζιησούριες τζιαί φοητσιάριτζιοι αδρώποι, μα πάντα επωγυρίζαν ο ένας τον άλλον. Τωρά ετσακκωννούνταν σαν’τους αρκόκαττους, που μου λάλεν εν’νά’χαν πολλά σοβαρόν λόον. Μ’άντζιαι το δείν κκυό τέκκοιων άρκαδρώπων να πουνιαρίσκουν ο ένας τον άλλον δείχα φόον τζιαί λύπην έκαμνεν τ’ακτίπημαν της καρκιάς μου να παλαρίσκει, ήταν τζιαί πολλά επικύντινον τζι’έσκασα τα που τζιαχαμέ δείχα κολιαντίρισμαν (βαρυκώλιον’. Μα μέσ’τες λλίες μέρες που ρέξαν, με το πλάτζιασμαν των κουνουπιών να φτανηνίσκει τζιαί με τ’αρκόχορτα του τσιαηρκού μας να σκλερινήσκουν τζιαί να χάννουν την ζουμάαν τους τζι’είχα περίτου τζιαιρόν να καταρίψω, αρκίνησα να ανακαλύφκω πως, μητά του τζιείν’του ανεξήητου τσακκωμού μέσ΄την αβλήν τ’Αη’Γιωρκού άλλες τζιαί μιαλλίττερες παραξενειές εγενούνταν μέσ’την γειτονιά, με τ’αλλάματα που’στάνουμουν πάσ’τες γεναίτζιες που σωρεφκούνταν μέσ’την αβλήν μας να μέν’εν’ναι’ν’τα μιτσιόττερα. Ομπρίττερα οι γεναίτζιες ποττέ τους εν’αντραπούνταν να πούν ήνταν’πού’χαν μέσ’τον νούν τους. Τζι’ούτε τες έκοφτεν τζιαί τσά πολλα ποιός έν’νά τους άκουεν. Τωρά εσωρέφκαν τες κκελλέες τους τόσον κοντά τζι’εμουρμουρούσαν τόσον χαμηλά τζιαί μυστήρια έν’εμπορα ν’αρπάξω ούτε λέξιν ήντα’πουν’λαλούσαν. Τζιαί τζιείνη πού’ταν η περίτου αλλαμένη ήταν η Πεππού. Ούλλην μου την ζωήν έξερα την σαν’έναν φοητσιασμένον τζι’απερπισμένον πλάσμαν, μιαν γεναίκα που πιλέ εσυντήχαννεν με τ’αμμακκια της γυρμένα κάτω σαν’που ν’αντρέπετουν να καρτζιυνήσει κανέναν μέσ’τ’αμμάκκια. Τωρά ήταν σάν’που νά’βρεν έναν τζιουνούρκομαν που όϊ μόνον έωκεν της την εκτίμησην μέσ’τες γεναίτζιες της γειτονιάς έκαμεν την τζιαί να συντηχάννει τζιαί να χαχανίζει τόσον πολλά τζιαί γυνατά όσον τες άλλες ούλλες. Τζιαί τούτον, είμουν σίουρος, ήταν γιατί ο Πελλοηλίας όϊ μόνον έν’εγιατρέφτειν που τζιειν’την αλλαήν του, όπως επίστεφκα τζι’εκαρτέρουν να’ώ, έδειγνεν να ππέφτει περίτου βακκειά μεσ’τζιείν’την σούρταν της μοναξιάς τζιαί του πόνου δείχα να’θκιά σημάην πως εμάχετουν, ούτε πιλέ πως έχελεν, να φκεί που μέσα. Εμεινεν τόσον αλλαμένος που τζιείν’τον αρκόκαττον που δόξαζεν την ασέβιαν τζιαί την αθκιαφοράν γιά ούλλους μας μέσ’την γειτονιάν, κάχε φοράν που τον εχώρουν έλειεν’τον η μίλλα μου τόσον πολλά τ’αμμάκκια αρκέφκαν να τρέχουν. Εστηλλώννετουν μου. Ετσι αρκίνησα να κολιαντιρίζω (σπιουννέφκω) γυρόν των γεναικών για ν’ακούσω ήντα που’λαλούσαν. Τζιείνον αντάμεψεμεν με κάμποσες αφστυρές θκιαταγές που την μάναν μου, τζι’άμμαν τούτες έν’τα’καταφέραν να με σταματήσουν, μ’έναν πάτσον μεσ’τ’αφκιά που την Μιναρούν. Τωρά ένας πάτσος μεσ’τ’αφκιά είσιεν τες τζιενκές τζιαί την προσβολήν του, μα έν’ηταν τίποτε τζιουνούρκον γιά’ναν που νιώννετουν μέσ’έναν κόσμον που’πίστεφκεν το ραφτίν νά’φκειν που τον Παράδεισον τζι’ούλλοι εμπιστεφκούνταν το σαν το καλλίττερον δασκαλέματα για το σωστόν νίωμαν κοπελλουκκιών. Ετσι όϊ μόνον έν’εσταμάτησεν το σπιουνίκκιν μου, εγύρισεν ούλλον το χέμαν σ’έναν οχτρόν πού’πρεπεν να τον νιτζιήσω, τζιαί μέσ’τες ερκόμενες λλίες μέρες εκατάφερα να αρπάξω λλία παράξενα κομματούκκια κουβέντας σαν, η σιηράτη καταπείννει αδρώπους σάν’τα λοκούμια, η σιηράτη εν’σάν την σιύλλαν που τρέσιεται, ο νούς τους αδρώπους κρέμμεται μεσ’τ’ασσιέλια τους, ούλλοι οι αδρώποι εν’σαν τους ξαπώλητους σιύλλους που’έν’τα καταφέρνουν να αντισταχούν τες εβοθκιές μιας σιύλλας που τρέσιεται, που μονιχά τους έν’εσημαίναν τζιαί τσα πολλά για λλόου μου. Μα άμαν τά’σμια με τζιείνα που μού’πεν ο Αντώνης, εμπείαν μέσ’τον νούν μου μιαν ζωφφήν, μα πολλά εξαφτιτζιήν, γνώμην πως οι γεναίτζιες εσυντηχάνναν γιά το ήντα που τζιείνες εκάμναν με τους αντράες τους, τζιαί κόμα περίτου πληρεξούσειμα, ήντα’που ο Πελλοηλίας έκαμνεν με την σιηράτην. Μα, ως τζιαμέ, τζιείνα πού’ξερα πάσ’τούντα πράματα έν’ηταν περίτου που τζιείνα π’ανέμισα πό’ξω που τα βρωμόλοα π’ακουσα τον Αντώνη τζιαί τ’άλλα, μιαλλίττερα μου κοπελλούκκια να λαλούσειν τζι’ούλλα εμείναν τουλουππισμένα μέσ’σ’έναν πολλά μυστήριον κορνιαχτόν που ούλλον τζι’ετσίλλαν με να πάω τζιαί να πω της μάνας μου να μου το εξηήσει. Μα ως τζιεικάτω ούλλα τζιείνα επιάσαν τζι’έναν αέραν προστυσιάς, που τα κούντισεν μεσ’τζιείν’τον απαγορεβμένον τόπον που μου λάλεν πως η μάνα μου εν’να’χώρεν τέκκοια ρωτήματα που μέναν σαν ‘βρωμώλογα κι’αγένειες’ τζι’αντίς να μου τα εξηήσει εν’νά μ’αντάμεφκεν με κκυό-τρείς πάτσους πάσ’την κελλέν για την ‘αναίδειαν’ μου. Ετσι εβούλλωσα το στόμαν μου, μ’ούλλες τες ορπίες μου βαρμένες πάσ’το ρέξειμον του τζιαιρού να ξεκιαλύνει τα πράματα για μέναν. Μα η υπομονή (βάσταγμαν) έν’ηταν ποττέ της μιά που τα αξιώματα μου τζι’όσπου η μέρες ερέσσαν τζιείν’τ’αλαβρόν τερπιέ που’κατάφερα να βάλλω πασ’τζιείν’το εκκρηκτικόν σιηλάριν, καμωμένον που σιεητταννίκκην τζι’ορμήν, αρκίνησεν να γλυάζει που τον τόπον της. Ετσι έναν δείλης επεία στον Γιάννη. --Ηντα’που χαρκέσαι έν’η σιηράτην Γούλλαν, ρε Γιάννη, αρώτησα τον μήσιημου να μέν’μ’εκοφτεν καχόλου. Ο Γιάννης εδείκλησεν να με δεί μ’αρπαμένα αμμάκκια τζιαί με την μούρην του να κοτσιηνίζει, σάν’που το ρώτημαν μου έμπειξεν μέσ’την κελλέν του μόνον έξαψην τζιαί νεκατωσιάν. Μα τζιείνον έν’εξεκιάλυνεν την κατάστασην για λλοου μου, έτσι είπα του ήντα’που τού’πα τοροπής. --Αν’τύχη τζιαι κοντέψει μου καμμιάν φοράν, έν’χε να μ’έκοφτεν καχόλου άν’τζι’εγιώ εσιουμάλιζα νάκκον τα πυπόνια της, αναστέναξεν αντροπιαμένα τζιαί μ’έναν παράξενον φεντζιασμαν μέσ’τ’αμμάκκια του. Πυπόνια! Η σιηράτη εγιώρκαν πυπόνια; Μα όσπου νά’βρω τα σωστά λόγια για να τον αρωτήσω επιάαν τον Γιάννην κάτι νέβρα αρκίνησεν να μου φακκά πάτσους άσ’την κκελλέν. –Να μάχω έναν τσακροπιτίλλην σαν’εσαί’ναν να νεκατώννεται μεσ’έτσι βρωμωδουλειές, εμουχούνεισεν μου την εξήησην άμαν τζι’αρκίνησα να μουνκαρίζω. Μα ύστερα που κόμα λλίους πάτσους, εσταμάτησεν να με δέρνει--αν’τ’ανάωξεν γιατί εμουνκάριζα, η γιατί επεριφάνεφτικεν που τον εθεώρουν τόσον ψημένον που να ξέρει τέκκοια μυστήρια πράματα, έν’εμπορα να πώ. Οπως τζιαί νά’ταν, ύστερα που λλίον βαθύν συλλοησμόν άρκεψεν να εξημολοάτε πως πολλοί που τους αδρώπους αγαπούσαν την σιηράτην τζιαί πως έν’για τζιείνον που οι γεναίτζιες της γειτονιάς αζουλέφκαν της. Αντζιαι επίστεφκα πως ο Γιάννης έκαμνεν όσα έμπορεν για να μου εξηήσει έναν μυστύριον που ολοκάχαρα του έθκιαν μόνον έξαψην, η εξήηση του ούτε με βοήχεισεν να καταλάβω ούτε με παρηόρισεν καχόλου. Τζιείνον πού’χελα να μάχω ήταν ήντα’που οι γεναίτζιες εκάμναν με τους αντράες τους, τζιαί κομα περίτου ήνταν’που ο Πελλοηλίας έκαμνεν με την σιηράτην, τζιαί γιατί οι γεναίτζιες αζουλέφκαν τζι’έμισούσαν την σιηράτην γιατί είσιεν αδρώπους που την αγαπούσαν. Από’σα έξερα ο τζιύρης μου αγάπαν με τζι’εμέναν, τζιαί κανένας έν’με’μίσαν για τζιείνον. Τζι’έχελα να τον ρωτήσω μα ύστερα που τζιείν’τους πάτσους πάσ’την κελλέν εσκέφτκα αν’μεν’μου’συφφέρισκεν περίτου να μέν’κουντίσω την τύχην μου μακρύττερα τζιείν’την ώραν. Ετσι έφαα το ξύλον δείχα να μάχω τίποτε παραπάνω πασ’τζιείν’το μυστήριον πού’κρουζεν την καρκιάν μου. Μα την άλλην Τζιυρκατζιήν μια τζιουνούρκα εφκαιρία αννοίχτεικεν ομπροστά μου, άμμαν άκουσα την μάνα μου να λάλει του τζιουρού μου πως’εν’νά πάαιννεν να επισκεφτεί την σιηράτην. --Για να την καλωσορίσω μέσα στην γειτονιά μας, εξηησεν του μ’έναν παράξενον γιελιούϊν. Αξιππα, τ’αμμάκια του τζιουρού μου εστυλλωχείκαν πάνω τζιαί τζιείνος τζι’η μάνα μου αρκινέψαν να καχείσκουν κρυφές αμμακιές ο ένας τ’άλλου πoυ μου’λαλούσαν πως τζιείνοι οι κκυό έν’να’ξέραν καμμιάν μυάλην αβανιάν για την Γούλλα τζι’έν’εχελαν να την ξωμολοηχούν ομπροστά μου. Τζιείνα εταβρείσαν μιάν τζιουνούρκαν τζιαί περίτου κυρτιλλωτήν σηλλουρκάν γυρόν ούλλης τζιείν’της υπόχεσης--για λλόου μου η Γούλλα ήταν πάντα έναν κομμάτιν τζιείν’του μυστηρίου μα ως τζιαμέ το κομμάτιν της πάντα έρκετουν δέφτερον τζιαί πουκατινόν τζιείνου του τζιυρίου παίκτη, πού’ταν ο Πελλοηλίας. Μα τωρά, τζιείνες οι κρυφές αμμάκκιες που οι γονιοί μου εθκιούσαν ο ένας τ’αλλου, εκουαλήσαν την Γούλλαν που’μέσ’τζιείν’τα κατάγυρα τζι’εφυτέψαν την τέλεια μέσ’την μέσην, που φόρτωσεν περίτου γομάριν πάσ’την πίστην μου τζι’έκαμεν την να μιαλύνει, πως αν’μέν’εμαχεννα πολλά περίτου για την Γούλλαν το μυστήριον πού’ταν η αλλαξιά του Πελλοηλία έν’χε’να λειέτουν. Τζι’όϊ μόνον τζιείνον. Επόχουν τόσον πολλα να’ώ που κοντά τζιείν’την γεναίκαν πού’μπορεν να συκώσει τόσην πολλήν νεκατωσιάν μέσ’την γειτονιάν, τζιαί που κατάφερεν να κλέψει την καρκιάν του Πελλοηλία, άντζιαι κόμα έν’ειμουν καχόλου σίουρος πόσην αλήκειαν τζιείνον είσιεν μέσα. Ετσι άρπαξα την εφκαιρίαν να κολληχώ τζι’εγιώ πασ’τζιείν’την επίσκεψην της Γούλλας. Η μάνα μου εφώναξεν το όνομαν της που την αβλήν τζι’η σιηράτη έβκειν έξω για να μας καλωσορίσει. Την μόνην φοραν που την εία ήταν, άμμαν εχώρεν το τσάκκωμαν του Πελλοηλία τζιαί του Μινά μέσ’την αβλήν τ’Αη’Γιωρκού που μέσ’τζιείν’την μιτσιάν σιησμαθκιάν πάσ’τα μισοβαωμένα φυλλαράκια του παναχυρκού της, έτσι είπα που’μέσα μου πως τούν’την φοράν έπρεπεν να της δώ πολλά καλλίττερα άντζιαι έν’ειχα καμμιάν ιδέαν ήνταλως έπρεπεν νά το κάμω η ήνταν’που εκαρτέρουν νά’βρω. Μπορεί νά’ταν που’τζιείνον γιατί η πρώτη μου αμμακκιά πάνω της εχάντωσεν με τόσον πολλά. Τζιαί το περίτου που τζιείν’την χαντοσιάν έφκειν που το πόσον μιτσιά μου’φάνικεν, όϊ τζιαί πολλά μιαλλίττερη που την Τίναν, την πρώτην κόρην του Πελλοηλία. Μ’αντίς την Τίναν, που η πέτσα της μούρης της ήταν βουλλωμένη που την εβλογιά τζι’ήταν τόσον ξεραντζιάρισσα, ψηλή τζιαί πιττακώκκελλη έμοιαζεν νου φουρνόφτζιου, η σιηράτη ήταν κοντοκόλα, στροντζιυλωτή τζιαί με μιαν τόσον κοτσιηνιστήν πέτσαν πάσ’την μούρην της αθθύμιζεν μου το κοτσιηνίσματα πάσ’τον κολούκκια των πομιλορκών πριν να ψημένα για να κόφκουνται. Τζι’είσιεν τζι’έναν άλλον που την έκαμνεν πολλά θκιαφορετιτζιήν που την Τίναν. Ηταν έναν μάβρον μουστακούϊν που κάσ’την μούττην της, που’χάννετουν κάχε φοραν που’γέλαν--τζι’εγέλαν ούλλην την ώραν. Ούλλα εδείγναν μου την νά’ν’πολλά μιτσιά, μόνον νάκκον μιαλλίττερη που μιάν κοπελλούα, για νά’ν’παντρεμένη, χωρισμένη που τον άντραν της τζιαί μάνα μιάς μιτσιάς κόρης, δείχα του νά’ναι τζιαί τόσον δυνάμενη που να μπόρει να κλέψει την καρκιάν νου αρκαδρώπου σαν τον Πελλοηλίαν. Μα, ολοφάνερα, η Γούλλα ήταν ούλλα τζιείνα, μιά πολλά θαβμαστή λίστα. Μα τζιείνον πού’μπεικεν το περίτου βακκειά μέσ’τον νούν μου ήταν η εβοθκιά της, που στην ορμήν, γλυκασιάν τζι’εφκαρίστησην, έρεσσεν πιλέ τζιαί τζιείνης μιάς ανθισμένης πορτοκαλιάς.. Μα τούτα ούλλα έν’εκαλάραν, ούτε εμέναν ούτε το σπιουνίκκιν μου. Αντζιαί επεία τζιαμέ γυναξιήτικα, να κραείσω τον νουν μου μονότοπα για να μάχω όσα περίτου έμπορα για την σιηράτην, μα η μυρωκκιά της, τζιείν’το μουστακούϊν της που’φαίνετουν τζι’εχάνετουν που που’κάσ’την μούττιν της ούλλην την ώραν, εσυκώσαν τόσα πολλά παρακιάνταλα τζι’εξαφτικά αιστήματα που’μέσα μου, αιστήματα που έν’τα ξαναγνώρισα ποττέ μου, εκάμαν τον νούν μου να γυρίζει γυρόν-γυρόν τόσον γλήορα έν’μπορα να κάμω τίποτε άλλον που να στέκουμαι τζιαχαμέ σαν τον κούκον τζιαί να χάσκω πάνω της με ζωφφομένα αμμάκκια τζιαί την σαούναν μου κρεμμασμένην. --Τ’όνομαν μου είναι Μαρία, είπεν της η μάνα μου, και το σπίτι μου είναι εκεί πέρα, δίπλα στον δρόμον. --Εφχαριστήχεικα πάρα’πολλά πού’ρτες Μαρία, η Γούλλα είπεν, μ’αλλό’ναν που’τζιείν’τα γλυτζιά γελιούθκια της να κάμνουν το μουστακούϊν της να’ξαφανιστεί πάλε. Εμπάτε έσσω. Η μάνα μου εφκαρίστησεν την μ’έναν εφκενεικόν γύρμαν της κκελλές της τζι’έππεσεν τ’απισών της Γούλλας. Μα εγιώ έν’τα κατάφερνα να πιάσω ούτε μιάν πακκιάν, τόσον ζαλισμένος τζιαί φοητσιαμένος είμουν πως αν ετάρασσα που τζιαμέ εν’νά’βρεχώ αμπρούμουττα πάσ’τες πλακατζιές της αβλής. --Ενόμιζα πως ήθελες να έρθεις, η μάνα μου εμουχούνεισεν σαν μου κάχεισκεν έναν ειρωνεφτικόν δείν που πασ’τον νόμον της. Εχελα τόσον πολλά να πάω τζιαί να μπω έσσω της. Τζιαί κόμα περίτου ήνταλως να της το δείξω, μα όϊ μόνον τα πόκκια μου μα τζι’η γλώσσα μου κόμα αρνιούνταν να κάμουν ήντα’που τους ελάλουν. --Ατζιαπείς σου αντρέπεσαι, κότζια’μου κοπέλλην σαν’τζι’εσέναν, η Γούλλα εγύρισεν να μου πεί μ’έναν γλήορον δείν που που’πάνω που τους παχουλλούς της νόμους τζιαί μ’ένα γλυτζιήν γελιούϊν πού’καμεν το μουστακούϊν της να ξαφανιστεί πάλε. Για έναν η άλλον λόον, τζιείνα εγιατρέψαν την ζαλάαν μου τζι’εξομανκώσαν την γλωσσαν, τζιαί τα πόκκια μου. --Εν’αντρέπουμαι, άρρωσα της άσκεφτα σαν έπιανα μιαν γυναξιήτιτζιην πακκιάν ομπρoστά μου. Αμμαν τζι’είμαστειν μπαμένοι έσσω, η Γούλλα έβαλεν τσαέρες νάκκον αππό’σσω της πόρτας τζι’επροσκάλεσεν μας να κάτσουμεν. Μα αντίς να κάτση μητά μας, τζιείνη επείεν μέσ’την γονιάν πουτζιείττε μιας σιερένης σούσας, τζιειμέσα που εν’νά’τζιοιμάτουν το μορών της, τζι’άρκεψεν να κάμνει κάτι, που μού’ωκεν τον τζιαιρόν να’ώκω μιάν φκιαστητζιήν εξέτασην του σπικκιού της--το ξύλαινον τραπέζη, οι λλίες τσαέρες, το πουρόν με το γυαλλίν της νοσσιάς πάνω, οι καδρωμένες φωτογραφίες που κρεμμούνταν πάσ’τους σπρογιασμένους τοίχους, πιλέ η σιερένη σούσα που τζιοιμάτουν το μωρόν της μέσα, ήταν έπιπλα τζιαί πατσαρίτζια που’βρεισκούνταν μέσ’ε’πολλά που τα σπίκκια της γειτονιάς. Μα όϊ η καρκόλα με τες κουνουπιέρες που την πουτζιείττε μερκάν τ’αννοιμένου παναχυρκού, π’αρπαξεν το δείν μου. Εν’εία ποττέ μου έτσι πράμαν. Ηταν τόσον μυάλη εγέμωννεν το μισόν σπίτιν τζιαί με τον νήλιον, πού’ρκετουν που τ’ανοιμένον παναχύρην, να πέφτει πάνω της, οι μπρούντζιηνοι στύλλοι της εγυαλλίζαν τζι’εμιτσοκαμμούσαν μου σάν’που νά’ταν καμωμένοι που γρουσάφι. Τζιαί στρωμένον πάνω της έν’ηταν το παμπατζιερόν πάπλωμαν που βρείσκετουν μέσ’άλλα σπίκκια, μά’ναν ταντελλένον σιέπασμαν με τόσα πολλά σκέδια τζιαί τζιυρτζιηλλούκκια πάνω έν’έμπορα πιλέ να τα μετρήσω. Τζιαί που πάσ’τζιείν’την καρκόλαν ανεμίζετουν η ίθκια εβοθκιά μιάς ανθισμένης πορτοκαλλιάς π’ανεμίζετουν που πάσ’την σιηράτην. Το τράβειμαν τους τζιείνους ούλλους ήταν τόσον δυνατόν κόμα έν’ει’ξερω ήνταλως τα κατάφερα να κραείσω τες άουρες ορμές μου πίσω τζιαί να μεν πάω να τζιυλιστώ πασ’τζιείν’την θαμμάσιαν καρκόλαν—μπορεί νά’ταν η Γούλλα που με γλείτωσεν που’τζιείν΄τ’αβάνιν γιατί σαν επάλεφκα μητά τους τζιείνη εξετζιήνησεν πάλε που την γωνιάν τζι’αρκίνησεν νά’ρκεται κατά πάνω μας μ’έναν ξύλαινον δίσκον πάσ’τα σιέρκα της.. Πάσ’τζιείν’τον δίσκον εχώρουν πιατούκκια με σπικκιάσιμον γλυκόν, το καχ’έναν με το δικόν του κουταλούϊν τζιαί καντίλαν με νερόν, το καχημερινόν τραττάρισμαν που μόνον επροσφέρκετουν στους μυάλους επισκέφτες. Μα άμμαν τζι’είρτεν κοντίττερα, εία ολοκάχαρα πως πάσ’τζιείν’τον δίσκον έν’ηταν κκυό πιατούκια μα τρεία, που για λλόου μου εσήμαινεν πως με θεώραν τζι’εμέναν μυάλον. Τζιείνον επεριφάνεψεν με τόσον πολλά, έχελα να της δείξω πως εσκέφτικεν σωστά, πως αληχεινά είμουν μυάλος τζιαί με τες εφκένειες τζιαί σειράν που γιούταν, μα πάνω’σ’άνεμον οι σαούνες μου εμανγκώσαν πάλε τζι’εν’ν’εμπορα να φκάλω λέξιν. --Εσσ’αρέσκει το γλυκόν, η Γούλλα αρώτησεν μ’αλλό’ναν γλυτζιήν γελιούϊν, με την μάναν μου να’τ’ακολουχά μ’έναν αφστυρόν δείν πάνω μου. --Ναί. Εν’πολλα καλόν, εμάσσεψα ύστερα που κατάφερα να κουντίσω κάτω τ’αμάσητον κουάρι του γλυκού πού’ταν κολλημένον πάσ’τον ουρανίσκον μου. Η μάνα μου έωκεν της Γούλλας μιαν που’τζιείν’τες αμμακκιές πού’ν’ηταν έφκολον να εξηήσω, πριν να γυρίσει τζιαί να με δεί εμέναν μ’έναν παράξενον γελιούϊν να παραμορφώννει τα σιείλει της. Τζι’ύστερα που τζιείνον είπεν κάτι για το μωρόν τζι’ή Γούλλα επείεν χορεφτή στην σιερένη σούσαν, έφκαλεν το μωρόν της που’μέσα τζι’έφερεν το για να το βάλει μέσ’τ’ανκάλια της μάνας μου. Τζιαί για κάμποσην ώραν έν’εκαμναν τίποτ’αλλον που αγούκκια, καμώματα τζι’άλλες μωρίστιτζιες κουβέντες με το μωρόν, παιγνίκκια τζιαί μασκαραλίκκια πού εγιώ ποττέ μου έν’τους έθκιουν τζιαί τσα πολλύν αφτίν. Μα τζιείνον που με νεβρίαζεν το περίτου, εκάμναν τα τζιείνα ούλλα ομπροστά μου τζιαί σαν’που να μέν’ήμουν τζιαμέ καχόλου. Εκατζιώχεικα με τζιείν’το μωρόν. Μα άμμαν επιάσαμεν την στράταν πίσω, εξανάβρα λλίον που τον πούσουλαν μου για να ρωτήσω την μάναν μου αν η Γούλλα ήταν πολλά αρκόντισα. --Και γιατί ρωτάς; --Γιατί πρέπει να’ν’πολλά αρκόντησσα για νά’σιει μιαν τέκκοιαν θαμμάσιαν καρκόλαν, εξήησα της συλλοησμένα. Μα η μάνα μου μόνον επωτάνεισεν τα σιείλει της, δείχα να φκάλει λέξιν. Αν’ει’λοαρκάζω μόνον κέρτος, τζιείν’το σπιούνικκιν μου πάσ’την Γούλλαν έν’μου’ωκεν καχόλου. Ως έναν σημάην εσιηρωττερέψεν τα πράματα για μέναν γιατί όϊ μόνον έν’εμαχα τίποτε τζιουνούρκον που τζιείν’την επίσκεψην, τωρά είχα τζιαί να καρτζιυνείσω τζιείνα ούλλα τ’ανεξήητα αιστύματα που μού’ωκεν η Γούλλα, η μυρωκκιά της τζι’ή θαμμάσια καρκόλα της. Μα έν’άρκισεν νά’ρτει η παρηορκά. Γύρισ’ημέρα το δείλις, σαν επάαιννα να παίξω με τα κοππελλούκκια πού’ταν που’κάσ’τες τερατσιές της αβλής τ΄Αη’Αντρόνικου, άκουσα θκιαολιές τζιαί ξητημασιές ν’άρκουνται που πό’σσω του Πελλοηλία. Τζι’ούλλα ακουούνταν τόσον γνωστά, εσιουρέψαν με πως ο Πελλοηλίας εγιατρέφτειν που την αλλαήν του. Ετσι αρκίνεισα να βαρυκολιώ κατάγυρα της καμαρώπορτας του, σίουρος πως εν’χε’νά’ρκουν να τον δω να φκέννει καβαλλητζιεμένος πάσ’τον γάαρον του. Τζι’ύστερα που νάκκον έκαμεν τζιείνον που καρτέρουν. Μα αντίς να γυρέφκει πλάσματα για να τους κκιαολίσει τζιαί να τους ξητημάσει σαν ομπρίττερα, ελάμνησεν τον γάαρον του ολόϊσια στην κατέφτισην τ’Αη’Γιωρκού. Αντζιελοσιασμένος ήντα’που λοάρκαζεν να κάμει τζιεικάτω, τζιαί θαρρούμενος που την μυστιτζιήν ορπίαν να κλέψω λλίες αμμακκιές πάσ’την σιηράτην τζιαί να ρουφίσω μέσα νάκκον που τζιείν’την μεχυστητζιήν εβοθκιάν, άφηκα τον να πάει νάκκον ομπροστά πρίν να ππέσω τ’απισών του. Επείεν να μπεί ολόϊσια μέσ’την άβραχτην αβλήν της σιηράτης τζιαί ν’αρκινήσει να βουννά ξητημασιές τζιαί κατάρες πάσ’το σπίτιν της. Τζι’ύστερα που νάκκον η σιηράτη έφκειν πό’σσω της τζι’επείεν να του συντήσιει. Τζι’ύστερα που αλλο’νάκκον ο Πελλοηλίας ήταν ξεκαβαλλητζιεμένος που τον γάαρον του τζιαί να πααίννει τ’απισών της σιηράτη, με τες κατάρες τζιαί τες ξητημασιές του κόμα να σιείζουν την σταλωσιάν. Μα μιάν τζι’οί κκυό τους ήταν μπειμένοι έσσω οι κατάρες τζι’οι ξητημασιές έν’ακουούνταν πιόν. Τζιείνον έν’τό’βρεισκα δύσκολον να εξηήσω ήνταλως η Γούλα εκατάφερεν να βωβώσει τον φοερόν Πελλοηλίαν άμμαν ήταν μεχυσμένος, που ομπρίττερα κανένας άλλος έν’τα κατάφερνεν να το κάμει. Μα μιάν τζιείν’το σπιουνίκκιν μου έιρτεν πίσω τζι’αθθυμίχεικα ήντα’που η μυρωκκιά τζι’ή θαμμάσια καρκόλα της σιηράτης εκάμαν μου εμέναν, είμουν τέλεια σίουρος ήνταλως η σιηράτη εκατάφερεν να τον μουλλώσει—ολοκάχαρα άφηκεν τον να πά’να’τζιυληστεί πάσ’τζιείν’την θαμμάσιαν καρκόλαν της, τζι’εν’νά’ταν τζιείνον τζιαί τα αιστύματα που νεκατώσαν που’μέσα του που μανγκώσαν την γλώσσαν τζι΄έν’εμπορεν να φκάλει άλλην λέξιν. Τζιείνα επιρκολείσαν που’μέσ’μου μιαν τέκκοιαν φοερήν αζούλαν εναντίον του Πελλοηλία για πρώτη φοράν εμίσουν τον μ’ούλλην μου τηεν καρκιάν. Τζι’έν’είμουν μονιχός μου που πειράκτικεν με το ήνταλως τα πράματα εγυρίσαν. Ούλλα τα αιστύματα της γειτονιάς αρκινήσαν α σιηροττερέφκουν, γιατί τωρά, όϊ μόνον οι γεναίτζιες μέσ’την αβλήν μας εχάσαν τζιείν’τον φόον ν’ακουστούν, εφωνάζαν την Γούλλα μιαν πωκιάντροπην πουτάναν που πρόσβαλλεν την τιμήν ούλλων των γεναικών της γειτονιάς τζι’ούλλες εμαχούνταν ποιά εν’νά’ν δείξει την περίτου καλοσύνην της Πεππούς τζιαί ποιά να δείξει ήταν το περίτου ανκρισμένη τζι’ορκισμένη με το ήνταλως τα πράματα εγυρίσαν. Πιλέ άκουα τες ν’αναφέρνου, άφοα τζιαί με τσακριστές φωνές, τον έναν η τον άλλον που τους αδρώπους τζιαί τες νύκτες, που ο καχ’ένας επείεν να ππέσει με την Γούλλαν τζι’ότι ο Πελλοηλίας αζούλεφκεν τους τόσον πολλά όπου τζιαί να πάαιννεν επάαιννεν είσιεν μιάν τσιάκκαν χωσμένην μέσ’την πούνκαν του. Τζιείνον έφκολα έκοφκεντο ηξερή μου. Αντζιαί τα τζιοιμείσια των αδρώπων με την Γούλλαν έν’σημαιναν τζιαί τσα πολλά για λλόου μου, τα τζιοιμείσια τους πασ’τζιείν’την θαμμάσιαν καρκόλαν της ήταν μια τέλεια θκιαφορετιτζιή υπόχεση. Εν’για τζιείνον πους τους αζούλεφκα. Μα η μάνα μου έδειγνεν να μαραζώννει τζιαί να στενοχωρκιέται περίτου για την αζούλαν του Πελλοηλία τζιαί για την τσιάκκαν πού’χεν χωσμένην μέσ’την πούνκαν του. Τζιαί μιαν ημέραν άκουσα την να λαλεί της Πεππούς --Πρέπει να του πάρεις το μαχαίρι, Πεπού. Μπορεί να κάνει κακό του εαυτού του. --Που το στόμαν σου στου Θεού τ’άφκιά, Μαρία, η Πεππού εππουφφούρισεν φουρκασμένα τζι’έκαμεν τον σταβρόν της. –Εν’νά γλειτοχώ που λλόου του για πάντα. Βακκειά μέσ’την καρκιάν μου έν’εβρεισκα φταίσημον της Πεππούς που συντήχαννεν μ’έτσι τρόπον για τον άντραν της. Η φτωσιή γεναίκα υπόφερεν κάμποσα που λλόου του. Τζι’έν’ελαλεν τίποτε περίτου που τζιείνα που οι γεναίτζιες της γειτονιάς εσκεφκούνταν τζι’αιστανούνταν για τον άντραν της. Τζι’έν’ηταν μόνες τους οι γεναίτζιες. Πιλέ τζι’ οι αδρώποι, που ως τζιεικάτω εχωρούσαν την υπόχεσην σαν λόος για γέλεια τζιαί κεβεζελλίκκην, τωρά όϊ μόνον αρκινήσαν να το χωρούν θκιαφορετικά αρκινέψαν τζιαί να σκέφκουνται ήντα πού’πρεπεν να κάμουν. Τζιαί μέραν με την ημέραν τούτη η νεκατωσιά ασιηρωττέρεφκεν, όσπου μιαν ημέραν επέψαν τρείς που λλόου τους, τον Ηρωα Πολέμου, τον Μηνάν τζιαί τον Εφεβρέτην, να πάρουν τζιαί την βοήθκειαν του τζιουρού μου για να κκιώξουν την σιηράτην που την γειτονιάν. --Γρωστούμεν το των γεναικών μας τζιαί της τιμής ούλλης της γειτονιάς, είπεν ο Ηρωας Πολέμου. Εν’επαραξενέφτικα που τ’άκουσα τζιείνον. Εν’εκαρτέρουν τίποτε καλλίττερον πο’ναν άδρωπον σαν τον Ηρωαν Πολέμου. Τζι’ούτ’επαραξενεφτικα άμμαν άκουσα τον Μηνάν να τραβά με την μερκάν του Ηρωα Πολέμου, όϊ ύστερα που τζιείν’το τσάκκωμαν του με τον Πελλοηλίαν που’εία μέσ’την αβλήν τ’Αη’Γιωρκού. Ηντα που μου κακοφαίνετουν ήταν να’χωρώ τον θκειόν μου τον Παναήν να κάχεται μητά τζιείν’τους κκυό—άντζιαι ο θαμμασμός μου για την μιαλοφυίαν του για εφεβρέσεις υπόφερεν λλίες τακκουρκές ως τζιεικάτω, τα αιστήματα πού’νιωχα για λλόου του έν’αλλάξαν κόμα τζι’έν’εκαρτέρουν τον δώ νεκατωμένον μεσ’έτσι βρωμωδουλειές. Αντάσωρα’τζιεί, οι τρείς αδρώποι έν’επετύχαν--ο τζιύρης μου ενεβρίασεν τόσον πολλα μητά τους όϊ μόνον έν’τους’έωκεν τζιείνον που χέλαν είπεν τους να φύουν που τζιαμέ τζιαί να μέν’του ξανασυντήχουν γιά’τσι πράμαν. Είμουν τόσον πολλά περίφανος για τον τζιύρην μου, άντζιαι μέσ’την καρκιάν μου εν’εκαρτέρουν τίποτε θκιαφορετικόν. Μα οι φωνές για το κκιώξειμον της σιυράτης έν’εσταματήσαν. Τζιαί τωρά ήταν η Μιναρού, η Πεππού τζιαί κάμποσες που τες αλλες γεναίτζιες που πιάσαν την αρκήν τζιαί που την μιάν μέραν ως την άλλην οι φωνές τζι’οι απαιτήσεις τους αρκινήσαν να συγνάζουν τζιαί ν’ακούουνται περίτου γυναξιήτιτζιες. Εκάγριζα που’μέσα μου. Αντζιαί αζούλεφκα τζι’εγιώ γιατί έν’έμπορα να πάω να τζιοιμηχώ πάσ’τζιείν’την θαμμάσιαν καρκόλαν της σιηράτης, το κκιώξειμον της που μέσ’την γειτονιάν κόμα εδείγνετουν μου σαν μυάλον κρίμαν τζι’έχελα να κάμω ήντα’πού’μπορα για να την προστατέψω. Μά’ξερα πολλά καλά πως’γιά’ναν στα γρόνια μου έν’είσιεν τζιαί τσα πολλά πού’μπορεν να κάμει τζιαί τού’τη η μισκηνιά (αδυναμία) μου εστείβαζεν τζι’απελπισιάν πάσ’τα νέβρα μου. Το καλόν έναι’ τζιείν’τον τζιαιρόν εγιώ τζι’οι φίλοι μου εσκαρώσα μεν έναν τζιουνούρκον παιγνίϊν που το λαλούσαμεν ‘ν’αππηάς της σιηράτης’ π’αλάβρωνεν νάκκον το κακόν μου τζι’έθκιαν μου λλίην παρηορκάν. Μα έν’με’γλείτωννεν τέλεια. Υστερα που λλίες μέρες ακούσαμεν πως ο Πελλοηλίας εκουαλείχειν έσσω της σιηράτης τζιαί μόνον η ιδέα πως εν’νά’ναπνέεν τζιείν’την μεχυστητζιήν εβοθκιάν (μυρωκκιάν) της τζι’έμπορεν να τζιυλιέται όποτ’έχελεν πάσ’τζιείν’την θαμμάσιαν καρκόλαν της, επνίαν με που το κάγριν. Μα, παράξενα, τζιείν’τα νέα εώκαν μου τζιαί μυάλες ορπίες—μ’έναν τέκκοιον αρκάδρωπον σαν τον Πελλοηλίαν να ζιεί μητά της κανένας έν’χε’να τόρμαν να κκιώξει την Γούλλαν που την γειτονιάν. Τζιαί πάσ’τούτον εβρέχεικα σωστός, γιατί άξιππα τζιείνες ούλλες οι φωνές τζι’οι φασαρίεις για το κκιώξειμον της σιηράτης έν’ακουούνταν πιόν. Μα ο Πελλοηλίας έν’εμεινεν με την Γούλλαν, σάν’που όρπιζα τζι’εκαρτέρουν. Πριν το τέλειωμαν της εφτομάας ήταν στραμμένος πίσω έσσω του πάλε. Μα που τζιαμέ τζιαί να πάει έν’ηταν ο ίθκιος άδρωπος. Μεσ’τζιείν’τες λλίες ώρες του κάχε Σαββάτου ήταν ο αρκόκαττος της γειτονιάς, έναν τρομερόν ξώανον που μας έπεμπεν να χωστούμεν βουριτοί. Τωρά επάαιννεν γυρόν τζι’έκαμνεν ούλλες τες δουλειές του τόσον σιανά τζι’αφηρημένα ήταν σάν’που νά’ταν τζιοιμησμένος. Τζιαί τωρά έν’ήταν τζιείνος μα η Πεππού που κάχε τόσον ετζιυνείαν τον γυρόν της αβλής μεν την βέρκαν. Πιλέ τα κοπελλούκκια του εκάμναν τον χάζιν. Ηταν σάν’που μιά μυάλη δύναμη άρπαξεν την πελλάραν του τζι’εμέρωσεν την. Οι παραπάνω ελαλούσαν, με τον Αντώνην μητά τους, ότι τζιείν’η’μυάλη δύναμη ήταν η ομορκιά της σιηράτης. Αλλοι ελαλούσαν πως, που ύστερα που τα βάσανα που υπόφερεν, η Πεππού έμαχεν ήνταλως να τον κανονίζει τζιαί πως έν’τζιείνον που γιάτρεψεν την πελλάραν του άντρα της. Τζι’άλλοι εθκιούσαν άλλες εξηήσεις. Μα για λλόου μου κανένας τους έν’εξερεν την αλήκκειαν. Για μέναν έν’ηταν τίποτ’αλλον που το μαράζιν του πού’χασεν τζιείν’την ζαλιστητζιήν εβοθκιάν της σιηράτης, τζιαί την εφκαιρίαν να να πέφτει όποτ’εχελεν πάσ’την θαμμάσιαν καρκόλαν της, π’αρπάξαν τον Πελλοηλίαν τζι’εμερώσαν τον.. Εν’τζιαί πως έν’εσιαίρουμουν που η Πεππού έν’επαρπάταν πιόν με την κκελλέν της σιηφτήν τζιαί τ’αμμάκκια της χαμηλώμενα τζιαί γιατί η Γούλλα τζι’η θαμμάσια καρκόλα της έν’εκκιωκτίκαν που μέσ’την γειτονιάν μας, μά για μέναν τούτα ήταν μιτσιές παρηορκές. Γιά μέναν η γειτονιά μας έχασεν έναν που τα φοερά της ξώανα τζιαί που τζιαμέ τζιαί να πάει ο μιτσίς μας κόσμος μας εφαίνετουν μου στενεμένος τζιαί περίτου φτωσιηκός π’ομπρίττερα.